Το φαινόμενο Antonelli: Η τέχνη πίσω από το θαύμα
Formula 1
Το φαινόμενο Antonelli: Η τέχνη πίσω από το θαύμα
Formula 1Πίσω από κάθε μεγάλο ταλέντο κρύβεται κάτι αόρατο: μια λεπτομέρεια, μια αίσθηση, μια τέχνη που δεν διδάσκεται, μα που καθηλώνει και κάνει τους πάντες να κοιτούν ξανά.
Η ασημένια βολίδα με τον αριθμό 12 στρίβει με αμείλικτη αποφασιστικότητα τη μύτη στην πρώτη στροφή Lesmo, σκορπώντας τα φθινοπωρινά φύλλα στον αέρα καθώς συνεχίζει τον ξέφρενο ρυθμό της στο ένδοξο πάρκο της Monza.
Οι tifosi, που γεμίζουν τις κατάμεστες εξέδρες, και που έχουν μάτια μόνο για το κόκκινο χρώμα, χαμογελούν σαν βλέπουν το όνομα αυτού του άσημου νεοφερμένου πιλότου της Mercedes -πλην όμως δικού τους παιδιού- να αναγράφεται στις μεγάλες οθόνες της πίστας και εκείνη ακριβώς τη στιγμή ακούω κάποιον να λέει «ha solo diciassette anni» (είναι μόλις δεκαεπτά ετών).
Είναι μια μέρα, μια εικόνα και ένα συναίσθημα που, για όσους το ζήσαμε από το πλάι της πίστας, με εκείνη την όμορφη παρέα από την Κύπρο, δεν θα ξεχάσουμε ποτέ.
Είναι Παρασκευή πρωί και η πρώτη περίοδος ελεύθερων δοκιμαστικών του Grand Prix της Ιταλίας του 2024 βρίσκεται σε εξέλιξη, με τo ιταλικό έθνος, που βλέπει για πρώτη φορά τον Andrea Kimi Antonelli να συμπληρώνει τους πρώτους επίσημους γύρους του στην πίστα καβάλα σε ένα θεριό των 1000 ίππων, παρακολουθεί τη δράση κρατώντας την ανάσα του.
Ο μικρός που έκανε όλους να κοιτάξουν ξανά
Μόλις ανακοινώθηκαν οι νέοι τεχνικοί κανονισμοί, λίγα χρόνια πριν από την έναρξη του 2026, πολλοί από όσους παρακολουθούμε στενά τη Formula 1 θεωρήσαμε ότι η Mercedes ήταν η ομάδα που είχε τις περισσότερες πιθανότητες να επιστρέψει στην κορυφή. Από την πρώτη στιγμή υποστηρίζαμε πως, αν αυτό συνέβαινε, ένας πιλότος με τις αρετές του George Russell θα είχε όλα τα εφόδια για να πρωταγωνιστήσει και να διεκδικήσει τον τίτλο. Μόνο που στους υπολογισμούς μας δεν είχαμε συμπεριλάβει ένα όνομα: Andrea Kimi Antonelli. Ένα φαινόμενο που ήρθε να ανατρέψει κάθε πρόβλεψη.
Ο Russell, που ξεκίνησε να εκπροσωπεί το «Αστέρι της Στουτγάρδης» στις πίστες της Formula 1 το 2022, είχε ήδη κάνει το βάφτισμά του με την ομάδα στο Grand Prix του Sakhir στο Μπαχρέιν το 2020, σε έναν αγώνα που παραλίγο να κερδίσει. Ο χαρισματικός Βρετανός μπήκε από νωρίς κάτω από τη φτερούγα της Mercedes, στα 17 του χρόνια, με τον Antonelli να αποτελεί προστατευόμενό της ήδη από τα έντεκά του. Ηλικία που ένα παιδί ακόμη αναζητά τον δρόμο του, χωρίς κανείς να μπορεί να φανταστεί πού θα τον οδηγήσει.
Και τους δύο πιλότους εντόπισε ο Γάλλος Gwen Lagrue, κυνηγός ταλέντων της Mercedes, ο οποίος αναγνώρισε εγκαίρως το σπάνιο ταλέντο τους (σ.σ. πριν από λίγες μόλις μέρες ανακοινώθηκε πως ο Lagrue θα ξεκινήσει να κάνει την ίδια δουλειά για τη Red Bull από το 2027, ψάχνοντας τον επόμενο Verstappen).
Η μοίρα, όμως, επεφύλασσε μια ιδιαίτερη συνέχεια στην ιστορία των δύο χαρισματικών αστέρων της γερμανικής ομάδας.
Η φετινή σεζόν εξελίσσεται σε παράσταση για έναν ρόλο, με πρωταγωνιστή τον Antonelli, ο οποίος απήγαγε το όνειρο του Russell για να βάλει πλώρη για τα αστέρια και να γίνει, στα 20 του μόλις χρόνια (θα τα κλείσει στις 25 Αυγούστου) ο πρώτος Ιταλός που κατακτά τον παγκόσμιο τίτλο της Formula 1 μετά το 1953 και τον θρυλικό Alberto Ascari.
Η διαδρομή του μέσα στο 2026 δείχνει να κυλά ιδανικά, ο δρόμος όμως προς την επιτυχία και τις νίκες δεν ήταν πάντοτε εύκολος, αφού, με εξαίρεση το ρεσιτάλ που παρέδωσε ανάμεσα στους ασφυκτικά στενούς τοίχους του Monte Carlo, χρειάστηκε πολλές φορές να παλέψει για να φτάσει στην κορυφή. Στην Ιαπωνία σκαρφάλωσε από την έκτη στην πρώτη θέση (με μικρή βοήθεια από το SC), στο Spa πήρε τη νίκη έχοντας ξεκινήσει από την πέμπτη, ενώ ούτε η τέταρτη θέση εκκίνησης στην Αυστρία ούτε η έβδομη στην Ουγγαρία στάθηκαν εμπόδιο για μια θέση στο βάθρο.
Ο Toto Wolff, διευθυντής της Mercedes, αποκάλυψε πρόσφατα την αθέατη πλευρά του Antonelli, μιλώντας για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται την πίεση και τις δύσκολες στιγμές. «Όταν το μονοθέσιο δεν είναι στα καλύτερά του, η συμπεριφορά και τα συναισθήματά του δεν αλλάζουν, με τον ίδιο να παραμένει ψύχραιμος, ψάχνοντας λύσεις».
Όλα αυτά από έναν 19χρονο ο οποίος, μη ξεχνάμε, κατάγεται από τη χώρα των έντονων ταπεραμέντων, όπου η θερμοκρασία ανεβαίνει εύκολα και το πάθος συχνά προηγείται της ψυχραιμίας.
«Όταν εγκαταλείπει έναν αγώνα», συνεχίζει ο Wolff, «ή όταν αντιμετωπίζει μηχανικά προβλήματα, όπως συνέβη στη Βαρκελώνη και στο Silverstone, επιστρέφει στο γκαράζ και, πριν καν προλάβει κάποιος άλλος -όπως ο Bono- να του πει “αυτά συμβαίνουν καμιά φορά στον μηχανοκίνητο αθλητισμό”, είναι ο ίδιος που το λέει πρώτος. Μας αφήνει πραγματικά έκπληκτους με την ωριμότητά του», συμπληρώνει ο Wolff.
Επιπλέον, ο ίδιος μένει μακριά από σοβαρά λάθη και η έξοδος του από την πίστα ενόσω οδηγούσε την κούρσα στην Κίνα, μοιάζει ήδη μακρινή ανάμνηση μπροστά στην ωριμότητα που έχει επιδείξει.
Η τέχνη να βλέπεις εκεί όπου οι άλλοι τυφλώνονται
Το μεγάλο ατού του Antonelli, ωστόσο, είναι η απίθανη προσαρμοστικότητά του στους νέους κανονισμούς, τους πιο περίπλοκους που έχουμε γνωρίσει στην ιστορία της Formula 1 («σκάκι στα 300 χλμ./ώρα», όπως τους χαρακτήρισε ο ίδιος) καθώς και η εξαιρετική επικοινωνία που έχει αναπτύξει με τη Mercedes W17.
Είναι μια πλευρά της Formula 1 που δεν χωρά στην εικόνα του θεάματος που ο κόσμος βλέπει, καθώς αυτό δεν είναι παρά η επιφάνεια ενός πολύ βαθύτερου κόσμου.
Μπορεί η Formula 1 να έχει αποκτήσει αμέτρητους νέους οπαδούς τα τελευταία χρόνια, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν έχουν ιδέα -και ούτε θέλουν να γνωρίζουν- από μηχανολογία και οδήγηση στο όριο, ωστόσο, οφείλουν να ξέρουν πως η διαφορά ανάμεσα στον νικητή και στον χαμένο δεν κρίνεται από τα φίλτρα των social media και τα επεισόδια του Drive to Survive, αλλά από κάτι πολύ πιο παλιομοδίτικο: το χρονόμετρο.
Ας πάρουμε μια μικρή μόνο λεπτομέρεια. Τα φετινά ελαστικά είναι πιο στενά, έχοντας μικρότερο αποτύπωμα επαφής με την άσφαλτο. Αυτό σημαίνει ότι όταν ένας πιλότος φρενάρει και ταυτόχρονα στρίβει, αισθάνεται λιγότερο ξεκάθαρα το πώς «πατά» το αυτοκίνητο στον δρόμο.
Για τους κορυφαίους πιλότους, η πληροφορία δεν έρχεται μόνο από τα όργανα του μονοθεσίου, αλλά από κάθε μικρή αντίδραση που φτάνει στο σώμα τους.
Χάρη στα οξυμένα αισθητήρια όργανά του, ο Antonelli «διαβάζει» καλύτερα το μονοθέσιο μέσα από τα χέρια του. Άλλωστε, ο μεγάλος Juan Manuel Fangio έλεγε πως «δεν οδηγείς ένα μονοθέσιο με τα χέρια, αλλά με τα ακροδάχτυλα των χεριών σου». Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το μυστικό του νεαρού από την Bologna: στην ικανότητά του να αντιλαμβάνεται πράγματα που για άλλους, όπως ο Russell, παραμένουν αόρατα.
Τα φετινά μονοθέσια, εν αντιθέσει με τα περσινά των ground effects, τα οποία δεν έδιδαν καμιά προειδοποίηση στον πιλότο προτού χάσουν το κράτημά τους, επιτρέπουν στους άσους της F1 να «διαβάσουν» τη στιγμή που αρχίζει να χάνεται η πρόσφυση. Η πρόκληση, όμως, σε αυτή την περίπτωση, βρίσκεται αλλού: η ουρά, με όλη αυτή τη ροπή που αραδιάζει πια ακαριαία στην πίστα το ηλεκτρικό μοτέρ, φεύγει πολύ πιο απότομα σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές και αυτό μπορεί να προξενήσει περισσότερο από ένα σοβαρό πρόβλημα. Όχι απλώς να βγεις από την πίστα και να φας τον τοίχο, αλλά κάτι πιο βαθύ και πολυδιάστατο.
Σε έναν αγώνα 300 χιλιομέτρων, διάρκειας 60 ή 70 και πλέον γύρων, όπου το μονοθέσιο παλεύει ακατάπαυστα να διατηρήσει το κράτημα του, στοιχίζοντας πολύτιμο χρόνο στον πιλότο πάνω σε κάθε στροφή, το μοναδικό, σχεδόν ταχυδακτυλουργικό στυλ οδήγησης του Antonelli τού επιτρέπει να βγάλει όχι έναν, αλλά δύο λογούς από το δικό του καπέλο.
Καθώς προσεγγίζει κάθε στροφή με ασύλληπτη -για τα μάτια ενός θνητού- ταχύτητα, ο Antonelli στρίβει το τιμόνι την τελευταία στιγμή, κάνοντας μια απότομη κίνηση προς τα μέσα, προκαλώντας προσωρινή υποστροφή -δηλαδή απώλεια πρόσφυσης στο μπροστινό μέρος του μονοθέσιου. Με αυτή την κίνηση ευθυγραμμίζει ξανά τη μύτη με την ουρά πάνω στον διαμήκη άξονα, «μαζεύοντας» τo φευγάτο πίσω μέρος πριν το εμπρός μέρος «δαγκώσει» πάλι και έτσι βγαίνει από τη στροφή με εκείνους τους δύο λαγούς στο χέρι: 1) λιγότερος χαμένος χρόνος και 2) παράταση της ζωής των πίσω ελαστικών, αφού δεν γλιστρούν όσο στην περίπτωση του Russell και όλων των άλλων ατσίδων της F1.
Και εφόσον σε κάθε επόμενη πίστα δεν ισχύουν οι ίδιες θερμοκρασίες, ο ίδιος τύπος στροφών και ο ίδιος τύπος ελαστικών, ο Antonelli προσαρμόζει το εντυπωσιακό του στυλ οδήγησης σύμφωνα με τις νέες απαιτήσεις και συνεχίζει σαν μάγος του βολάν να ανακαλύπτει λύσεις εκεί όπου οι άλλοι βλέπουν μόνο προβλήματα.
Και κάπου εδώ η ταχύτητα παύει να είναι απλώς ένας αριθμός στο χρονόμετρο. Γίνεται ένστικτο, γίνεται τέχνη, γίνεται εκείνη η σπάνια στιγμή όπου ο πιλότος παύει να οδηγεί τη μηχανή και γίνεται ένα μαζί της.
Το μυαλό μου γυρίζει και πάλι σε εκείνο το πρώτο του δοκιμαστικό με τη Mercedes, πριν από δύο χρόνια.
Η ασημένια βολίδα στρίβει τη μύτη στην variante Ascari στο θρυλικό πάρκο της Monza -πάνω στη στροφή όπου ξεψύχησε ο μεγάλος ήρωας της χώρας- με τον έφηβο που βρίσκεται πίσω από το τιμόνι της να περιφρονεί τους νόμους της φυσικής: ξεπερνά κατά 15 χλμ./ώρα (!) την ταχύτητα με την οποία έστριψε σε αυτήν ο ταχύτερος άνθρωπος της ημέρας, ο αδιαφιλονίκητος Max Verstappen, και εμείς συνεχίζουμε με τυλιγμένα τα δάχτυλα γύρω από το σύρμα της περίφραξης να τον κοιτάμε με γουρλωμένα τα μάτια, καθώς συνεχίζει την ξέφρενη πορεία του στο πανάρχαιο και ένδοξο Autodromo.
Όχι, δεν κυνηγά τον χρόνο του Verstappen, κυνηγά το φάντασμα του Ascari, ο οποίος κρύβεται στις φυλλωσιές των δέντρων μαζί με τον Enzo Ferrari, ο οποίος χαμογέλα καθώς ψιθυρίζει στον παλιόφιλό του «ha solo diciassette anni».
Περισσότερα στο βιβλίο μου «Ύμνος στην Ταχύτητα» – Δημήτρης Γιόκκας