Άποψη

Αιχμές ταχύτητας και θάρρους: Ο μύθος του Jean Behra

Κύπρος 0:35
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
            
        NULL
    

Αιχμές ταχύτητας και θάρρους: Ο μύθος του Jean Behra

Άποψη

Αιχμές ταχύτητας και θάρρους: Ο μύθος του Jean Behra

Άποψη

Advertisement

Καθώς έκανα πίσω τα σεντόνια για να ξαπλώσω στο κρεβάτι μου εκείνο το πρώτο βράδυ στην όμορφη Νίκαια, την οποία επισκέφτηκα με αφορμή ένα test drive με πρόσκληση της Porsche νωρίτερα αυτό το μήνα, στο μυαλό μου ήρθε αμέσως η ιστορία ενός αγαπημένου μου πιλότου -γέννημα θρέμμα της εν λόγω παραθαλάσσιας πόλης- ο οποίος υπήρξε κάποτε αστέρας της Porsche.  

Η νεαρή καμαριέρα τραβά πίσω τα σκεπάσματα για να στρώσει το κρεβάτι και αμέσως παγώνει με αυτό που αντικρίζει πάνω στο μαξιλάρι: «Θεέ μου, ένα κομμένο αυτί!» αναφωνεί καθώς τρέχει τρομοκρατημένη στον διάδρομο για να βρει την house keeper του μικρού ξενοδοχείου όπου εργάζεται.

Το γεγονός ότι επισκέφτηκα τον τόπο όπου γεννήθηκε ο ήρωας της πιο πάνω ιστορίας 105 χρόνια μετά (στις 16 Φεβρουαρίου 1921) με γέμισε ανατριχίλα και με έκανε, για άλλη μια φορά, να σκεφτώ πως τίποτα δεν είναι τυχαίο σε αυτή τη ζωή.

Advertisement

Τα ατυχήματα που είχε στην καριέρα του ο παράτολμος αυτός πιλότος (σπασμένα χέρια, πόδια, εγκαύματα στο σώμα και στο πρόσωπο, καθώς και ένα… αποκομμένο αυτί) δεν αποθάρρυναν ποτέ τον ίδιο από το να συνεχίσει να κάνει εκείνο που αγαπούσε πιο πολύ από τη ζωή του ίδια: να οδηγεί στο όριο.

Το σαρκαστικό χιούμορ ήταν μέρος της ζωής πριν από 70 χρόνια και ο ήρωας της ιστορίας μας αποφάσισε σκόπιμα να κοψοχολιάσει την άμοιρη καμαριέρα, αφήνοντας το προσθετικό, πλαστικό αυτί του πάνω στο μαξιλάρι.

Αρκετές φορές είχε εκσφενδονιστεί από το πιλοτήριο, σπάζοντας σχεδόν κάθε κόκαλο του σώματός του από δέκα φορές, και ένας από τους λόγους που οι αντίπαλοί του τον ζήλευαν -κρυφά τον έτρεμαν- ήταν γιατί τα κόκαλα αυτά έθρεφαν γρήγορα και ο ίδιος επέστρεφε στο άψε σβήσε πίσω από το τιμόνι.

Advertisement

Μπορεί ο Jean Behra, που συμμετείχε σε 53 αγώνες της Formula 1 μεταξύ 1951-59, να μην κέρδισε ποτέ κανένα Grand Prix, εντούτοις, κάθε φορά που σκεφτόταν πόσο άσπλαχνη ήταν η μοίρα του (αυτός και ο Chris Amon βρίσκονται πρώτοι στη δική μου λίστα με τους σπουδαιότερους πιλότους που δεν φόρεσαν ποτέ δάφνες της νίκης) έβγαζε το διαβατήριό του από την τσέπη και το φυλλομετρούσε: «Αμέτρητες σφραγίδες… έχω γυρίσει τον κόσμο όλο. Και όλα αυτά γιατί στην πρώτη σελίδα, δίπλα στο όνομά μου, γράφει: Επάγγελμα: Πιλότος. Είμαι στ’ αλήθεια πολύ τυχερός.»

Ο θρυλικός Stirling Moss, είχε πει κάποτε για τον ίδιο: «Όποτε προσπερνούσα τον Collins, τον Hawthorn, τον Musso ή τον Castellotti, ποτέ δεν ανέμενα αντεπίθεση. Στην περίπτωση του Behra, όμως, κάθε φορά που έβαζα το μονοθέσιο μου μπροστά από το δικό του, σταματούσα να κοιτώ μπροστά και κολλούσα τα μάτια μου στον καθρέφτη».

Advertisement

Όπως μια τίγρη που έχεις ενοχλήσει και σε κυνηγά ξοπίσω, έτοιμη να σε κατασπαράξει. Τέτοιος ήταν ο Behra. Όσοι πρόλαβαν τον μεταγενέστερο συμπατριώτη του, Jean Alesi, μπορούν να πάρουν μια μικρή γεύση για το τι σήμαινε.

Την εποχή του Behra δεν υπήρχε μήτε halo στην Formula 1, μήτε πυρίμαχες στολές για να προστατέψουν τον πιλότο και ο Γάλλος άσος, όπως και οι αντίπαλοί του, αντί για καλολουστραρισμένα κράσπεδα και σωτήριες χαλικοπαγίδες, έξυναν συνήθως δέντρα, τηλεγραφικούς πυλώνες, χαντάκια και γκρεμούς. Και πριν αρχίσει να ανατριχιάζει κανείς, ας σκεφτεί πως το έκαναν -μέχρι το 1952- χωρίς κράνη στο κεφάλι και χωρίς ζώνες ασφαλείας.  

Και για να ακριβολογούμε πόσο χαρισματικός ήταν ο Jean Behra, αρκεί να πω ότι ο ίδιος κέρδισε το 1952 στην πίστα της Reims (σε ανεπίσημο αγώνα της Formula 1) τη Ferrari του τιτανοτεράστιου Alberto Ascari (ο Ιταλός πρωταθλητής σεβόταν τον Γάλλο) με μια αδύναμη Gordini η οποία έτυχε να μην… σπάσει εκείνο το απόγευμα.

Advertisement

Όσο για το πόσο λιονταρόψυχος ήταν ο Behra, ας σημειωθεί ότι ήταν ο μόνος ευρωπαίος πιλότος της F1 που τόλμησε να αναμετρηθεί με τους Αμερικανούς στην τρομακτική, κεκλιμένη πίστα της Monza, το 1957 στον αγώνα των «Δύο Κόσμων», προτού η Maserati του κριθεί ακατάλληλη για αυτού του είδους αγώνα και αποτραβηχτεί -όχι από τον ίδιο άλλα από την ομάδα.

O Enzo Ferrari, που εκτιμούσε το ταλέντο του Behra, προσέλαβε τον Γάλλο για το 1959, αλλά στο Γαλλικό Grand Prix εκείνης της χρονιάς ο διευθυντής της ομάδας, Romolo Tavoni, αρνήθηκε να δεχτεί πως ο κινητήρας του μονοθέσιου υπολειτουργούσε στις ευθείες της Reims και o θερμόαιμος πιλότος τον σώριασε με μια γροθιά στο πάτωμα. 

Ο ίδιος βρήκε έτσι διέξοδο στην Porsche και, μία ημέρα πριν από το Γερμανικό Grand Prix στο AVUS, αποφάσισε να αγωνιστεί με ένα μη εργοστασιακό σπορ πρωτότυπο της γερμανικής εταιρείας στην ίδια πίστα. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα είχε καταφέρει να ντροπιάσει εκεί την εργοστασιακή ομάδα της Mercedes, κολλώντας τη λιλιπούτεια Gordini του στην ουρά των τριών βολίδων της, και τώρα, επιστρατεύοντας το ίδιο αδάμαστο σθένος, είχε βαλθεί να κάνει το ίδιο στις εργοστασιακές Porsche.

Προσεγγίζοντας με τεράστια ταχύτητα τη σπαρμένη με ολισθηρά τούβλα κεκλιμένη στροφή της πίστας, ενώ άρχιζε να ψιχαλίζει, αποπειράθηκε να την πάρει ανοιχτά -ανεβαίνοντας στο χείλος της στροφής που είχε το ψευδώνυμο «Τείχος του Θανάτου»- με στόχο να αναπτύξει μεγαλύτερη ταχύτητα στην έξοδο και να προσπεράσει τις Porsche.

Η ουρά της βολίδας γλίστρησε ύπουλα, σαν φίδι που αλλάζει δέρμα μέσα στον αέρα, κι εκείνος, προτού προλάβει να συλλάβει την προδοσία της μηχανής, έχασε τον έλεγχο. Το αγωνιστικό όχημα παραστράτησε με μια άναρθρη κραυγή μετάλλου και σωριάστηκε πάνω σ’ ένα παλιό πολυβολείο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου -ένα κουφάρι μνήμης, ξεχασμένο από τους ανθρώπους, μα όχι από τον χρόνο.

Η σύγκρουση δεν ήταν απλώς ήχος, ήταν ρήγμα. Το σώμα του ήρωα εκτινάχθηκε από το πιλοτήριο σαν να το απέρριπτε η ίδια η βαρύτητα, και για μια στιγμή αιωρήθηκε ανάμεσα στον ουρανό που τον είχε μαθητεύσει στα ύψη και στη γη που τον διεκδικούσε. Χτύπησε πάνω στον ιστό της σημαίας -σ’ εκείνο το άκαμπτο σύμβολο που υψώνεται για να θυμίζει πατρίδες και θριάμβους- και ο ιστός τον ύψωσε λίγο ψηλότερα, εκεί όπου ο φόβος δεν φτάνει. Εκεί όπου οι ήρωες δεν χάνονται, αλλά στεφανώνονται.

Κι έτσι, με την εικόνα του να αιωρείται ακόμη πάνω από το «Τείχος του Θανάτου», γύρισα στο δωμάτιο της Νίκαιας, έγειρα το κεφάλι στο κατάλευκο μαξιλάρι, κι άφησα τη σκέψη μου να γεφυρώσει έναν αιώνα ταχύτητας: από το κομμένο, πλαστικό αυτί πάνω στα σεντόνια ενός παλιού ξενοδοχείου, έως την αποστειρωμένα πολιτισμένη, ηλεκτρική Macan που θα οδηγούσα την επόμενη ημέρα._Δημήτρης Γιόκκας