Άποψη

Ο Ινδιάνος που μετέτρεψε την ανάσα του Χάροντα σε θέαμα

Κύπρος 15:33
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
ΔΗΜΟΦΙΛΗ
            
        NULL
    

Ο Ινδιάνος που μετέτρεψε την ανάσα του Χάροντα σε θέαμα

Άποψη

Ο Ινδιάνος που μετέτρεψε την ανάσα του Χάροντα σε θέαμα

Άποψη

Με αφορμή το επερχόμενο Grand Prix του Μαϊάμι, τον πρώτο από τρεις αγώνες στις ΗΠΑ, ο Δημήτρης Γιόκκας αποτίνει φόρο τιμής σε έναν αλλιώτικο ήρωα της χώρας, ο οποίος δεν έπαψε ποτέ να στοιχειώνει τη φαντασία του συγγραφέα.

Advertisement

Η σκόνη του δρόμου κολλούσε πάνω του σαν δεύτερο δέρμα. Δεν την τίναζε, δεν είχε νόημα. Από τα δεκατέσσερά του είχε μάθει πως κάποια πράγματα δεν φεύγουν ποτέ, όπως η απώλεια των γωνιών του, η πείνα, μα και το σιωπηλό βάρος που κουβαλούν όσοι μεγάλωσαν πριν την ώρα τους.

Ο ινδιάνος μέσα του δεν ζητούσε σωτηρία. Είχε μάθει να επιβιώνει χωρίς αυτήν.

Cherokee στο αίμα, ο Joie Chitwood μεγάλωσε μόνος στον κόσμο εκεί στο αφιλόξενο Denison του Τέξας.

Advertisement

Κρίθηκε ακατάλληλος για τον στρατό, «σκάρτος» για τα μέτρα της εποχής, «ανίκανος» για το μέτωπο: ένας άνθρωπος που δεν χωρούσε στα κουτιά της κανονικότητας που όριζαν οι άλλοι.

Κι έπειτα ήρθε το Κραχ. Όχι σαν θόρυβος, αλλά σαν σιωπή. Μια σιωπή που άδειασε τα πορτοφόλια, τα σπίτια, τις ζωές.

Οι δρόμοι γέμισαν ανθρώπους που κοιτούσαν κάτω. Εκείνος κοίταζε τα παπούτσια τους.

Advertisement

Στην αρχή ήταν απλώς ανάγκη. Ένα κουτί, μια βούρτσα, λίγη μπογιά. Έσκυβε μπροστά σε ξένους, σε κουρασμένους άντρες με φθαρμένα κοστούμια και γυναίκες που περπατούσαν βιαστικά, λες και αν σταματούσαν θα κατέρρεαν. Δεν τους μιλούσε πολύ. Μόνο δούλευε. Το γυάλισμα ήταν σχεδόν τελετουργία: κάθε κίνηση προσεκτική, επαναλαμβανόμενη, σαν να προσπαθούσε να δώσει λάμψη σε κάτι περισσότερο από δέρμα.

Τα ανήσυχα ινδιάνικα μάτια του μάθαιναν γρήγορα. Έβλεπε άμαξες να μεταμορφώνονται σε αυτοκίνητα, και τα αυτοκίνητα να μετατρέπονται σε κάτι άγριο κι αφηνιασμένο, λέφτερο. Η ταχύτητα τον καλούσε, όχι σαν πειρασμός, αλλά σαν διέξοδο.

Advertisement

Κάποια στιγμή κατασκεύασε ένα αυτοκίνητο για έναν οδηγό. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίστηκε ποτέ στον αγώνα. Έτσι αποφάσισε να το οδηγήσει ο ίδιος, παίρνοντας τη θέση του. Χωρίς άλλη επιλογή, πήρε τον δρόμο για την Indianapolis, σαν να τον έσπρωχνε κάτι μεγαλύτερο από εκείνον, μέσα σε μια πορεία σχεδόν απελπισμένη και ταυτόχρονα βαθιά ηρωική, προς το άγνωστο του ιερού οβάλ της ταχύτητας.

Το 1941 δεν ήταν απλώς μια χρονιά, ήταν ένα κατώφλι. Η Αμερική στεκόταν στο χείλος ενός πολέμου που ακόμη δεν είχε ονοματιστεί πλήρως στη συνείδηση των ανθρώπων, αλλά ήδη βούιζε στον αέρα.

Στις πίστες, η ταχύτητα δεν συγχωρούσε. Ήταν ωμή, ανεξέλεγκτη, φονική. Οι πιλότοι έμπαιναν στα μονοθέσια χωρίς δεύτερη σκέψη, σαν να είχαν ήδη συμφιλιωθεί με τον χάροντα. Η έννοια της ασφάλειας ήταν σχεδόν προσβολή, ένα εμπόδιο ανάμεσα στον άνθρωπο και το ιερό της ταχύτητας.

Advertisement

Όταν είδαν τον Chitwood να δένεται στο πιλοτήριο με ένα υφασμάτινο κορδόνι λίγο πριν από την κούρσα των 500 μιλίων της Indianapolis, αμέσως επαναστάτησαν. Για τους περισσότερους, ήταν καλύτερα να εκτοξευθείς σε μια σύγκρουση, παρά να μείνεις παγιδευμένος μέσα στο μονοθέσιο.

Ο Joie, όμως, δεν έβλεπε τον κόσμο όπως οι άλλοι. Όταν τον προκάλεσαν για αυτό το επικίνδυνο «μέτρο ασφάλειας» που εφάρμοσε, η απάντησή του τους αποστόμωσε:

«Δεν έχει καμία σχέση με την ασφάλεια».

Δεν έβαλε τη ζώνη για να σωθεί, αλλά για να μένει σταθερός πάνω στα τραχιά τούβλα της πίστας. Και τότε, όλοι τον άφησαν ήσυχο.

Η ζώνη ασφαλείας δεν ήταν απλώς μια εφεύρεση. Ήταν δήλωση. Μια διορατικότητα, μέσα από το αετίσιο βλέμμα ενός Cherokee.

Και ύστερα, ήρθε εκείνη η στιγμή που τον σημάδεψε.

Η χήρα ενός κασκαντέρ στάθηκε μπροστά του με βλέμμα κουρασμένο, σχεδόν άδειο. Του ζήτησε να πουλήσει τα αυτοκίνητα, τον εξοπλισμό, ό,τι είχε απομείνει από τον άντρα της. Να κλείσει έναν κύκλο που είχε τελειώσει βίαια -όπως τόσοι άλλοι εκείνη την εποχή- τη στιγμή που ο ίδιος εκτελούσε το τελευταίο του παράτολμο νούμερο.

Ο Joie θα μπορούσε να το κάνει. Αλλά δεν το έκανε.

Πήρε στα χέρια του το τελευταίο παράτολμο νούμερο του νεκρού άντρα και το μετέτρεψε σε δικό του πεπρωμένο. Ήξερε πως μέσα σε εκείνα τα σίδερα υπήρχε κάτι περισσότερο από μηχανές. Υπήρχε το δικό του διέξοδο για επιβίωση.  

Και πάνω σε αυτή τη γραμμή, έχτισε το δικό του show. Όχι απλώς θέαμα, αλλά εμπειρία. Μηχανές που συγκρούονταν, που αναποδογύριζαν, που αψηφούσαν τη λογική. Ο κόσμος μαζευόταν για να δει το αδύνατο να συμβαίνει μπροστά στα μάτια του. Να νιώσει την ανάσα του χάροντα, μα να μην τον αγγίζει.

Το όνομα του Joie Chitwood άρχισε να ταξιδεύει. Από πόλη σε πόλη, από πολιτεία σε πολιτεία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, μια χώρα που μάθαινε να ζει ξανά μέσα από την ένταση και την πρόοδο, αγκάλιασε το θέαμά του. Και δεν ήταν μικρό πράγμα για έναν άνθρωπο που, επίσημα, δεν θεωρήθηκε ποτέ αρκετός για πόλεμο, να καταφέρει να κάνει ολόκληρη τη χώρα να σταθεί και να τον κοιτάζει.

Και δίπλα του, οι δύο γιοι του. Μαθητευόμενοι στην ίδια τρέλα, δεμένοι στο ίδιο ινδιάνικο όνειρο της ελευθερίας, όπου η ταχύτητα δεν ήταν φυγή αλλά η πιο καθαρή μορφή της.

Αργότερα, όταν οι πρώτες οδικές μπαριέρες άρχισαν να αλλάζουν το τοπίο της ασφάλειας στους αμερικανικούς δρόμους, ο Joie δεν έμεινε θεατής. Τις δοκίμαζε ο ίδιος, πέφτοντας με το αυτοκίνητό του πάνω τους, ξανά και ξανά, με την ίδια ψυχρή περιέργεια που κάποτε, παιδί ακόμη, έβλεπε τον κόσμο να καθρεφτίζεται στα γυαλισμένα παπούτσια των περαστικών, σαν να ήθελε να μετρήσει όχι μόνο τα όρια της ταχύτητας, αλλά να νιώσει λίγο πιο ελεύθερος από κάθε όριο που τον κρατούσε δεμένο στη γη._Δημήτρης Γιόκκας  

Με αφορμή την χθεσινή επέτειο από τη γέννηση του ήρωα: 14 Απριλίου 1912

Περισσότερα στο βιβλίο μου «Ύμνος στην Ταχύτητα» – 2020 Δημήτρης Γιόκκας