Κανείς δεν θα σου μοιάσει
Formula 1
Κανείς δεν θα σου μοιάσει
Formula 1Ο Δημήτρης Γιόκκας αποτίει φόρο τιμής στο προσωπικό του ίνδαλμα, που έφυγε σαν σήμερα από τη ζωή, παίρνοντας μαζί του τη σπίθα και την αγνότητα από τη Formula 1.
Η βροχή πέφτει απ’ τον ουρανό με αμείλικτη μανία. Η πίστα του Watkins Glen, που φιλοξενεί τον τελευταίο αγώνα της σεζόν, το Grand Prix των Ηνωμένων Πολιτειών, έχει μετατραπεί -λίγο πριν από την έναρξη των προκριματικών της Παρασκευής- σε μια απέραντη λίμνη.
Σε πλήρη αντίθεση με τον πρόσφατο αγώνα στο Miami, όπου με το πρώτο αστραπόβροντο το υπαίθριο πρόγραμμα μπαίνει αυτομάτως σε παύση, η Formula 1 κάποτε ορθωνόταν ατρόμητη, σκληροτράχηλη και αδιαπέραστη μπροστά σε κάθε πρόκληση.
Ένα μικρό γκρουπ δημοσιογράφων, που επιλέγει να αψηφήσει το τσουχτερό κρύο εκείνο το Φθινοπωρινό απόγευμα του 1979, συνωστίζεται σε μια από τις γωνιές του pit-lane, προσπαθώντας να προφυλαχτεί κάτω απ’ τις ομπρέλες.
Δεν αργούν να μαζευτούν κάτω από αυτές και αρκετοί πιλότοι, πιάνοντας κουβέντα με τους δημοσιογράφους, μιας και η δουλειά τους μπορεί να περιμένει.
«Σκέτη αυτοκτονία», λέει ένας από αυτούς, και όλοι το επιβεβαιώνουν χωρίς δεύτερη σκέψη.
Μια έκρηξη ισχύος από το βάθος του διαδρόμου διακόπτει τη συνομιλία τους, καθώς ένας από τους κινητήρες παίρνει άξαφνα μπρος και αρχίζει να βρυχάται. Στα αμέσως επόμενα δευτερόλεπτα ξεμυτίζει από τα γκαράζ μια κόκκινη βολίδα που σκίζει τον χώρο μπροστά από το έκπληκτο γκρουπ, αφήνοντας πίσω της μόνο το ουρλιαχτό του δωδεκακύλινδρου και μια δόνηση που πάλλεται στο έδαφος.
«Είναι ο Gilles! Ας πάμε να δούμε», αναφωνεί ο Jacques Laffitte, πιλότος της Ligier, και το μικρό γκρουπ μεταφέρεται αμέσως στον τοίχο των pits για να παρακολουθήσει από εκεί τον ατίθασο «παραβάτη».
Αφού συμπληρώνει έναν αναγνωριστικό γύρο της πίστας, η Ferrari του Gilles Villeneuve περνά με ορμή από την ευθεία των pits -ξεκινώντας τα χρονόμετρα- με τη βολίδα του να σηκώνει πίσω της έναν τεράστιο τοίχο νερού. Το σπρέι μαστιγώνει τα πρόσωπα του σαστισμένου πια γκρουπ των παρατηρητών, και ο παράτολμος πιλότος χάνεται σαν αστραπή πίσω από τον λόφο της πρώτης στροφής, όπου τον περιμένει ένα γρήγορο, ύπουλο ζικ-ζακ που στριφογυρίζει σαν φίδι από δεξιά προς αριστερά.
«Κοιτάξτε τον!», λέει πάλι ο Laffitte. «Είναι τόσο διαφορετικός απ’ όλους εμάς. Υπάρχουν στιγμές που με κάνει να αναρωτιέμαι γιατί εμείς, οι υπόλοιποι πιλότοι, μπαίνουμε καν στη διαδικασία».
Ο Γαλλοκαναδός άσος συνεχίζει να συμπληρώνει γύρους της πίστας στην καταρρακτώδη βροχή, διασταυρώνοντας λίμνες νερού που αφήνουν τη Ferrari του στο έλεος της υδρολίσθησης, ο ίδιος ωστόσο αψηφά τα στοιχεία της φύσης -μαζί και τους νόμους της φυσικής- καθώς καταφέρνει να επαναφέρει τη βολίδα του ακόμη κι από τις πιο απίθανες, τρομακτικές γωνίες.
Η ορατότητα είναι τόσο περιορισμένη που ο ίδιος δυσκολεύεται να διαβάσει τα όργανα στο πιλοτήριό του, ενώ υπάρχουν στιγμές που δεν μπορεί καν να διακρίνει τα ίδια του τα χέρια πάνω στο τιμόνι.
Καθώς τα καιρικά φαινόμενα αρχίζουν σταδιακά να υποχωρούν -αλλά με το οδόστρωμα να παραμένει ύπουλα γλιστερό και εξαιρετικά επικίνδυνο- κι άλλοι πιλότοι αρχίζουν δειλά-δειλά να κάνουν την εμφάνισή τους στην πίστα.
Οι γύροι κυλούν μετρημένοι και προσεκτικοί, μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχούς κινδύνου.
Η περίοδος των προκριματικών φτάνει σιγά-σιγά στο τέλος της, με τους πιλότους να αποσύρονται στα pits, αναζητώντας την ασφάλεια που δεν μπορεί να προσφέρει πλέον η βρεγμένη και επικίνδυνη πίστα.
Μια εύθραυστη ηρεμία απλώνεται για μια στιγμή. Και τότε, μια ματιά στις οθόνες παγώνει τα βλέμματα: Το όνομα Gilles Villeneuve δεσπόζει πρώτο στη λίστα των χρόνων, με τον λιονταρόψυχο μονομάχο να έχει σταματήσει τα χρονόμετρα 11 δευτερόλεπτα (έντεκα!) νωρίτερα από τον δεύτερο ταχύτερο άνθρωπο της ημέρας, τον ομόσταβλό του στη Ferrari, Jody Scheckter.
«Νόμιζα ότι εγώ ήμουν ο ταχύτερος, με όλα εκείνα τα ρίσκα που πήρα», σχολιάζει ο Νοτιοαφρικανός πιλότος -παγκόσμιος πρωταθλητής εκείνης της χρονιάς- προτού προσθέσει: «Πρώτη φορά στη ζωή μου φοβήθηκα τόσο πολύ».
Ο Βρετανός δημοσιογράφος Nigel Roebuck, καρδιακός φίλος του Gilles, τον πλησιάζει καθώς εκείνος εξέρχεται από το μονοθέσιό του και τον ρωτά:
«Ο κινητήρας σου ακουγόταν κάπως περίεργα, σαν να έχανε δύναμη», του λέει.
Ο Gilles γνέφει καταφατικά.
«Άρα θα μπορούσες να πας ακόμη πιο γρήγορα!», αναφωνεί με γουρλωμένα τα μάτια ο Roebuck.
«Θα μπορούσα», απαντά με το αθώο, παιδικό χαμόγελό του ο Gilles, προτού προσθέσει με εκείνη την αφοπλιστική του ειλικρίνεια: «Αν είχα περισσότερη δύναμη, ίσως κατέληγα πάνω στον τοίχο».
Ο φανταστικός χρόνος που έχει πετύχει, ωστόσο, δεν αφήνει κανένα σημάδι στα αποτελέσματα, αφού η επόμενη μέρα προκριματικών -αυτή του Σαββάτου- διεξάγεται σε στεγνές συνθήκες οι οποίες επιτρέπουν σε όλους τους πιλότους να κινηθούν ταχύτερα στην πίστα.
Και όλα ξεκινούν από την αρχή.
Ο Rene Arnoux, ο μικροκαμωμένος Γάλλος πιλότος της Renault, με τον οποίο ο Gilles είχε νωρίτερα εκείνη τη χρονιά δώσει την πιο επική «τροχό με τροχό» μάχη στο Γαλλικό Grand Prix, πλησιάζει τον αντίπαλό του -που στέκει έξω από το γκαράζ της Ferrari- με μια απορία χαραγμένη στο πρόσωπό του.
«Είναι δυνατόν να πάρει κάποιος την τελευταία στροφή της πίστας -μια γρήγορη δεξιά καμπή- με τέρμα το γκάζι;»
Ο Gilles χαμογελά: «Δεν γνωρίζω, Rene. Στο τέλος όμως της περιόδου δοκιμάζω πάντα να το κάνω».
Η Σαββατιάτικη περίοδος προκριματικών φτάνει λοιπόν στο τέλος της, με τον Villeneuve να γράφει τελικά τον τρίτο ταχύτερο χρόνο. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν επιστρέφει ποτέ στα pits με το αυτοκίνητό του. Καθώς ο Rene Arnoux στρίβει στην τελευταία στροφή, με την άκρη του ματιού του διακρίνει τη Ferrari του Gilles βαθιά βυθισμένη μέσα σε τρεις συρμάτινους φράχτες, χωρίς ούτε έναν τροχό πάνω στο μονοθέσιο.
Λίγα λεπτά αργότερα, ο Gilles επιστρέφει στα pits με τα πόδια, αναζητά τον Arnoux και, αφού τον εντοπίζει, τον πλησιάζει και του λέει: «Όχι Rene, είναι αδύνατον να πάρεις την τελευταία στροφή με το γκάζι στο τέρμα».
Την επόμενη ημέρα, με τη βροχή να επιστρέφει για τον αγώνα της Κυριακής, ο Villeneuve πραγματοποίει άλλη μια φανταστική εκκίνηση για να βρεθεί στην πρώτη θέση και, αφού «περπατά» για άλλη μια φορά πάνω στο νερό, κερδίζει το Grand Prix των ΗΠΑ, έχοντας αφήσει σχεδόν 50 δευτερόλεπτα πίσω του τον παλιόφιλό του Rene Arnoux.
«Ξέρω πως τα ανθρώπινα όντα δεν κάνουν θαύματα», καταλήγει ο Laffitte, «υπάρχουν όμως μέρες που ο Gilles σε κάνει να αναρωτιέσαι».
Αγαπημένε μου Gilles, την ημέρα που έφυγες από αυτόν τον κόσμο -σαν σήμερα το 1982- πήρες μαζί σου τον κεραυνό από τα μάτια της Formula 1 και την ειλικρίνεια απ’ την καρδιά της, αφήνοντας στις δικές μας ένα ανείπωτο κενό.
Κανείς, δεν θα σου μοιάσει._Δημήτρης Γιόκκας
Περισσότερα στο βιβλίο μου «Ύμνος στην Ταχύτητα» 2020