ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΙΣ ΠΙΣΤΕΣ: Όταν η Formula 1 είχε ακόμη ψυχή
Formula 1
ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΙΣ ΠΙΣΤΕΣ: Όταν η Formula 1 είχε ακόμη ψυχή
Formula 1Του Δημήτρη Γιόκκα
Το άρθρο που υποσχέθηκα, σε όσους δεν άρεσε ο αγώνας στη νέα πίστα της Μαδρίτης.
Μετά τις πολλές αντιδράσεις και την κριτική που δέχτηκε η νέα πίστα της Formula 1 στη Μαδρίτη, η οποία φιλοξένησε χθες το Ισπανικό Grand Prix, άρχισαν να γυρίζουν στο μυαλό μου διάφορες εικόνες. Και μαζί τους, ένα ερώτημα που ίσως αξίζει να κοιτάξουμε λίγο βαθύτερα: τι είναι τελικά αυτό που αναζητούμε σήμερα στη Formula 1 και πόσο από εκείνο το παλιό της DNA έχει απομείνει;
Και κάπου εδώ ίσως βρίσκεται και η απάντηση. Γιατί η Formula 1 δεν επιλέγει πλέον μόνο πίστες. Επιλέγει αγορές, προορισμούς, κοινά και -κυρίως- το μέγεθος της επιταγής που συνοδεύει την υπογραφή. Ας είναι καλά τα “under the table” πετροδόλαρα (αιματοβαμμένα πολλές φορές) και -για την επόμενη κούρσα στο Αζερμπαϊτζάν- τα γκαζοδόλαρα, που δεν διαθέτει πια ούτε μια Γαλλία, ούτε μια Γερμανία για να φέρουν πίσω το Paul Ricard και το Hockenheim.
Η κοινή συνισταμένη των πιλότων για τη νέα ισπανική πίστα είναι αρκετά καθαρή: Δεν είναι απαραίτητα κακή πίστα. Είναι καλή πίστα για να την οδηγείς, αλλά κακή πίστα για να αγωνίζεσαι.
Το Madring, επομένως, ήταν περισσότερο πίστα Σαββάτου παρά Κυριακής, με αποκορύφωμα τη Monumental, την κεκλιμένη, θεόρατη στροφή των 550 μέτρων, που δοκίμασε τα κότσια και τα νεύρα -βλέπε Colapinto στα προκριματικά- αλλά και τις μηχανολογικές αντοχές των μονοθέσιων και των ελαστικών όσο καμία άλλη στροφή στη σύγχρονη Formula 1.
Σίγουρα δεν είναι η χειρότερη πίστα που είχαμε ποτέ στη Formula 1. Όσοι ζήσαμε τους «εφιάλτες» του Caesars Palace (αγώνας σε parking αυτοκινήτων!), του Detroit, του Dallas (όπου η άσφαλτος ξεκολλούσε την ώρα της κούρσας του 1984), του Phoenix και της Aida (ίσα που χωρούσε ενάμισι μονοθέσιο σε όλο της το μήκος), πίστες στις οποίες παρακολουθήσαμε αγώνες χωρίς DRS ή διπλές κινούμενες πτέρυγες (άρα και χωρίς προσπεράσματα) έχουμε μάλλον διαφορετικό μέτρο σύγκρισης.
Κατά τη δική μου άποψη, το πρόβλημα στη σημερινή εποχή δεν είναι τόσο οι πίστες, όσο οι κανονισμοί της Formula 1. Ειδικά τα τεράστια, βαριά μονοθέσια.
Και εξηγούμε:
Αν η Formula 1 έτρεχε σήμερα στο παλιό Nurburgring, που εξακολουθεί να είναι η φανταστικότερη για τους περισσότερους αρένα ταχύτητας στον πλανήτη (με νούμερο ένα οπαδό της τον ίδιο τον Max Verstappen), οι πιλότοι δεν θα μπορούσαν ούτε να στρίψουν πάνω στις τροφές της, ούτε να κάνουν πηδήματα στον αέρα, ούτε καν να περάσουν από την Karussel, γι’ αυτό και η νέα γενιά προτιμά τη Sepang -στη Μαλαισία.
Η πίστα του Μονακό, που στη δική μου εποχή -τη δεκαετία του ’80- θεωρείτο το «κόσμημα στο στέμμα της Formula 1» -όντας η πιο προκλητική πίστα στον κόσμο-, σήμερα προκαλεί στους περισσότερους οπαδούς την ίδια απέχθεια που προκαλεί ένα χαλασμένο δόντι.
Η εικόνα του θρυλικού Ayrton Senna να μάχεται με τον Lauda, τον Prost και τον Mansell για τη νίκη στους φιδίσιους δρόμους του πριγκιπάτου ήταν πραγματικά καθηλωτική, αφού την εποχή εκείνη τα μονοθέσια ήταν πολύ μικρότερα και ελαφρύτερα, έφεραν χειροκίνητο μοχλό ταχυτήτων και απαιτούσαν από τον πιλότο να δουλεύει κάθε στροφή με τα χέρια, τα πόδια και το μυαλό του, αντί για τα σημερινά επιμηκυμένα μεγαθήρια που χρειάζονται περισσότερο χώρο για να στρίψουν απ’ ό,τι ένα λεωφορείο και περισσότερα ηλεκτρονικά για να τα οδηγήσεις απ’ όσα είχε η NASA για να πάει στη Σελήνη.
Η πίστα του Monte Carlo στην οποία μεγαλούργησαν ο Fangio, ο Clark, ο Lauda, ο Senna, ο Prost και ο Schumacher -χαρίζοντάς μας χρυσές αναμνήσεις- δεν άλλαξε. Άλλα άλλαξαν.
Και ίσως αξίζει, λοιπόν, εδώ να θυμηθούμε τι ήταν εκείνο που έκανε κάποιες πίστες ξεχωριστές: όχι το μέγεθος των εγκαταστάσεων, οι πολυτελείς εξέδρες ή τα φώτα, αλλά η ίδια η χάραξή τους, που έκανε κάθε γύρο δοκιμασία και ηδονή για τον πιλότο και κάθε πέρασμα μπροστά από τα μάτια του θεατή μια μικρή στιγμή αιωνιότητας.
Από τις 79 πίστες που έχουν φιλοξενήσει μέχρι σήμερα αγώνα της Formula 1, από το 1950 μέχρι τις μέρες μας, παραθέτω πιο κάτω τις δίκες μου, 12 αγαπημένες, σε αντίστροφη σειρά προτίμησης.
12. Osterreichring (Grand Prix Αυστρίας: 1970-1987)
Η ένδοξη πίστα της Αυστρίας, των 5.9 χλμ., που δέσποζε μέσα σε ένα από τα πιο μαγευτικά καταπράσινα τοπία του κόσμου και όπου σήμερα κείτεται το χλομό απομεινάρι της, που ακούει στο όνομα Spielberg, υπήρξε κάποτε η ταχύτερη και συνάμα μία από τις πιο απαιτητικές αρένες ταχύτητας στον κόσμο. Δεν υπήρχε στροφή που να μην ήταν γρήγορη και, ως εκ τούτου, να μην απαιτούσε από τον πιλότο περισσό θάρρος, ικανότητα και αυτοσυγκέντρωση. Αρκεί να πω πως, αν αγωνίζονταν εκεί οι σημερινές βολίδες, η μέση ταχύτητα του γύρου θα ξεπερνούσε τα 270 χλμ./ώρα!
11. Bremgarten (Grand Prix Ελβετίας: 1934-1954)
Σπαρμένη με πέτρινες πλάκες σε διάφορα σημεία του γύρου, που ήταν θάνατος στη βροχή, η Ελβετική πίστα των 7,2 χλμ. περνούσε μέσα από τους πιο τρελά επικίνδυνους εξοχικούς δρόμους της Βέρνης, που όσο τρόμαζαν τον πιλότο, άλλο τόσο τον προκαλούσαν να πάει πιο γρήγορα: ντριφτάροντας, δηλαδή, στην κόψη του ξυραφιού. Ο τεράστιος Achille Varzi, το αντίπαλο δέος του μυθικού Nuvolari, έχασε τη ζωή του εκεί στον βροχερό αγώνα του 1948. Και αν ένας Varzi δεν μπόρεσε να δαμάσει τη Βέρνη, τότε τι πιθανότητες είχαν οι υπόλοιποι; Η πίστα δεν φιλοξένησε άλλη κούρσα μετά το 1955, όταν οι αγώνες απαγορεύτηκαν στην Ελβετία, στον απόηχο της τραγωδίας εκείνης της χρονιάς στην 24ωρη κούρσα του Le Mans.
10. Clermont Ferrand (Grand Prix Γαλλίας: 1965, 1969, 1970, 1972)
Στα 8 χλμ., η γαλλική πίστα έμοιαζε με μικρογραφία του Nürburgring, με τις δαιδαλώδεις στροφές της να προκαλούν κυριολεκτικά ίλιγγο στους πιλότους, καθώς η μία βουνίσια στροφή διαδεχόταν την άλλη, με τις αδέσποτες πέτρες από το ηφαιστειογενές έδαφος να τρυπούν τα ελαστικά και να μετατρέπουν κάθε γύρο σε μια διαρκή δοκιμασία επιβίωσης. Κάθε στροφή ζωγράφιζε την επόμενη, κάθε καμπή αποκάλυπτε μια καινούργια γραμμή και ο πιλότος δεν οδηγούσε απλώς: σχεδίαζε με το τιμόνι πάνω στην άσφαλτο, αναζητώντας εκείνη τη μία, ιδανική τροχιά που θα έκανε τον γύρο να μοιάζει με χορογραφία. Ο Chris Amon, ο άνθρωπος που η τύχη πάντοτε προλάβαινε στο τελευταίο μέτρο, δεν κατάφερε να κερδίσει τον τελευταίο αγώνα που διεξήχθη στην πίστα, καθώς μια πέτρα τρύπησε το ελαστικό της Matra του και τον έστειλε στα pits. Όταν όμως επέστρεψε στην πίστα, άρχισε να προσπερνά τον έναν αντίπαλο μετά τον άλλον. Από την όγδοη θέση ανέβηκε τελικά στην τρίτη, κυνηγώντας μέχρι τέλους τη νίκη με τέτοια ακρίβεια και φινέτσα, που η οδήγησή του έμοιαζε με ποίηση πάνω στην άσφαλτο.
9. Mexico City (Grand Prix Μεξικού: 1963-1992)
Η γνήσια πίστα των Hermanos Rodriguez, μήκους 5 χλμ., όχι το σημερινό… έκτρωμα που πήρε τη θέση της (οι «χειρουργικές επεμβάσεις» κατακρεούργησαν το πρόσωπο της Magdelena Mixhuca) υπήρξε μια από τις πιο ρέουσες και συνάμα προκλητικές πίστες. Χαραγμένες στη δική μου μνήμη παραμένουν οι φιδίσιες στροφές στο τέλος του γύρου, τρία απανωτά, γιγάντια σίγμα, το ένα πιο γρήγορο από το άλλο (μάγος εκεί ήταν ο Senna) τα οποία έστελναν τους πιλότους στην Peraltata: μια τρομακτική, απίστευτα γρήγορη κεκλιμένη στροφή, των 280 χλμ./ώρα, η οποία σήμερα έχει παραχωρήσει τη θέση της σε μια μνημειώδη… κερκίδα. Όσοι είδαμε εκεί το προσπέρασμα που έκανε ο Nigel Mansell με τη Ferrari του, πάνω στη McLaren του Gerhard Berger, στον αγώνα του 1990 (διπλή προσποίηση και έπειτα προσπέρασμα από την… εξωτερική!) μιλάμε για αυτό μέχρι σήμερα.
8. Mont-Tremblant (Grand Prix Καναδά: 1968, 1970)
Χτισμένη στις καταπράσινες πλαγιές των Laurentian Mountains, η πίστα στο St. Jovite, των 4.2 χλμ., δεν ήταν απλώς μια πίστα μέσα στο τοπίο: ήταν το ίδιο το τοπίο μεταμορφωμένο σε πίστα. Ο δρόμος ανέβαινε και κατέβαινε αδιάκοπα, τυλίγονταν γύρω από τις πλαγιές, βυθιζόταν σε κοιλώματα και ξανάβγαινε στο φως, με τις υψομετρικές διαφορές να μετατρέπουν κάθε στροφή σε διαφορετική άσκηση ακρίβειας και θάρρους. Και ύστερα ερχόταν η Namerow: η ανηφορική φουρκέτα που περίμενε τον πιλότο μετά την καταιγιστική διαδρομή, πριν ο δρόμος ξαναχυθεί προς την εκκίνηση, σαν μια παγίδα που κρυβόταν μέσα στην ομορφιά του βουνού για να σου κλέψει την ψυχραιμία, το θάρρος και την τελευταία σταγόνα εμπιστοσύνης στο τιμόνι. Φιλοξένησε δυστυχώς μόλις δύο Grand Prix, προτού χαθεί για πάντα από το καλεντάρι…
7. Pescara (Grand Prix της Pescara, Ιταλία: 1957)
Η Pescara ήταν το κύκνειο άσμα της Formula 1 στους αληθινούς δρόμους. Στα 25,6 χλμ., τα μονοθέσια περνούσαν ξυστά από σπίτια, χωριά και πέτρινους τοίχους, με τηλεγραφικούς πυλώνες, χαντάκια και δέντρα να βρίσκονται εκεί όπου σήμερα θα υπήρχαν μπαριέρες ασφαλείας. Από την ακτή της Αδριατικής ο δρόμος σκαρφάλωνε προς τα βουνά του Abruzzo, περνούσε μέσα από χωριά και ξανά κατηφόριζε προς τη θάλασσα, σε μια διαδρομή που δεν είχε σχεδιαστεί για αγώνες: απλώς καταλάμβανε τους δρόμους της καθημερινής ζωής και, για λίγες ώρες, τους παρέδιδε στους πιο θαρραλέους ανθρώπους του πλανήτη. Ο θρυλικός Stirling Moss κέρδισε εκεί, το 1957, τον μοναδικό αγώνα της Pescara που προσμετρήθηκε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, σε έναν γύρο που διαρκούσε σχεδόν δέκα λεπτά. Ήταν η τελευταία σύνδεση της Formula 1 με τις παλιές της ρίζες: τους αγώνες Grand Prix που ξεκίνησαν το 1906 και που διεξάγονταν από πόλη σε πόλη.
6. Montjuic Park (Grand Prix Ισπανίας: 1969, 1971, 1973, 1975)
Ενώστε το παλιό Nürburgring με το Monaco και έχετε το Montjuïc Park! Χτισμένη στους καταπράσινους λόφους της Βαρκελώνης, μέσα σε ένα τοπίο με κήπους, δέντρα και το βασιλικό ανάκτορο να δεσπόζει ψηλά πάνω από την πόλη, η διαδρομή των 3.7 χλμ. έμοιαζε περισσότερο με έργο τέχνης παρά με πίστα αγώνων. Ήταν στενή σε κάποια σημεία και πιο ανοιχτή σε άλλα, ανηφορική και κατηφορική, γεμάτη τυφλές καμπές και γρήγορες αλλαγές κατεύθυνσης, με τα μονοθέσια να πετούν κυριολεκτικά στον αέρα στον λόφο της πρώτης στροφής, προτού προσγειωθούν βίαια στην άσφαλτο. Και ύστερα ήρθε το 1975. Οι πιλότοι είχαν προειδοποιήσει ότι οι μπαριέρες δεν ήταν βιδωμένες! Ο Emerson Fittipaldi εγκατέλειψε σε ένδειξη διαμαρτυρίας, όμως ο αγώνας ξεκίνησε. Στον 26ο γύρο, η πίσω πτέρυγα της Embassy Hill του Rolf Stommelen έσπασε. Το μονοθέσιο εκτοξεύτηκε πάνω από τις μπαριέρες, σκοτώνοντας τέσσερις ανθρώπους. Ο αγώνας σταμάτησε στον 29ο γύρο και το Montjuïc δεν φιλοξένησε ποτέ ξανά Grand Prix. Σήμερα, κοιτάζοντας τη Monumental του Madring, ίσως κάποιοι να αναρωτιούνται αν η ιστορία ήταν έτοιμη να επαναληφθεί…
5. Zandvoort (Grand Prix Ολλανδίας: 1952–1985)
Εάν υπήρξε ποτέ μια πίστα στην ιστορία των αγώνων που ήξερε να «ρέει», αυτή ήταν η παλιά Zandvoort. Η διαδρομή των 4.2 χλμ. ξετυλιγόταν μέσα στους αμμόλοφους σαν κορδέλα, με τη μία γρήγορη καμπή να γεννά την επόμενη, τις υψομετρικές μεταβολές να σηκώνουν και να βυθίζουν το μονοθέσιο, καθώς ο πιλότος χόρευε από τη μία στροφή στην άλλη, έχοντας για ντάμα την κόρη του Χάροντα. Ήταν ένα συνεχές παιχνίδι κατεύθυνσης, ταχύτητας και ισορροπίας, και δεν υπήρχε κανείς που να το εκτελούσε με μεγαλύτερη δεξιοτεχνία από τον Jim Clark. Χωρίς αεροδυναμικά πτερύγια, που σκότωσαν εντέλει το πρόσωπο της ρομαντικής οδήγησης, τα μονοθέσια της δεκαετίας του ’60 γλιστρούσαν από τη μία στροφή στην άλλη, με τον πιλότο να τα κρατά σε μια αέναη μετάβαση από το ένα όριο πρόσφυσης στο επόμενο. Η πίστα δεν σου ζητούσε απλώς να στρίψεις: σου ζητούσε να ακολουθήσεις τον ρυθμό της, σε ένα βαλς με τη χαρονογέννητη. Και όποιος δεν φοβόταν να της σφίξει το χέρι, μπορούσε στο τέλος να αγκαλιάσει τη νίκη.
4. Rouen-les-Essarts (Grand Prix Γαλλίας: 1952, 1957, 1962, 1964, 1968)
Ο παράτολμος David Purley, πρώην αλεξιπτωτιστής των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων στον πόλεμο του Άντεν, ήταν εκείνος που σταμάτησε το μονοθέσιό του στη μέση του Ολλανδικού Grand Prix του 1973 στη Zandvoort, προσπαθώντας να σώσει τον Roger Williamson. Ο Williamson τελικά κάηκε ζωντανός στο αναποδογυρισμένο μονοθέσιό του, καθώς οι δειλοί και ανεκπαίδευτοι υπεύθυνοι ασφαλείας δεν έδωσαν ούτε ένα χέρι βοήθειας στον παλιό, ατρόμητο στρατιώτη. Ίσως γι’ αυτό τα λόγια του για τη Rouen αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο βάρος. Ο Purley είχε γνωρίσει από πρώτο χέρι τη σκληρότητα εκείνης της εποχής, έχοντας οδηγήσει στη θρυλική γαλλική διαδρομή των 6,5 χλμ., για την οποία κάποτε είπε: «Όταν κάναμε κατάληψη υψώματος στον πόλεμο, μας έμαθαν να φωνάζουμε για να ξορκίσουμε τον φόβο. Το ίδιο έκανα όποτε κατέβαινα τις γρήγορες, κατηφορικές καμπές των Six Frères στη Rouen, που σε έστελναν με ολοένα μεγαλύτερη ταχύτητα προς τον πάτο του “Νέου Κόσμου”. Απ’ εκεί ο δρόμος ανηφόριζε, προτού φτάσει στην Gresil και τη L’Etoile, και εντέλει στην ευθεία τερματισμού, για να σε ξαναφέρει, λίγες στιγμές αργότερα, στην ίδια κατηφόρα και στην ίδια κραυγή.
3. Nurbirgring-Nordschleife (Grand Prix Γερμανίας: 1927-1976)
Ξεχάστε το σημερινό Nordschleife, στο οποίο αγωνίστηκε ο Max Verstappen και τόσοι άλλοι που το λέει η καρδιά τους. Γυρίστε το ρολόι πίσω στο 1968, όταν η πίστα-«μαμούθ» των 22,8 χλμ., η γνήσια «Πράσινη Κόλαση», όπως την είχε βαφτίσει ο μεγάλος Jackie Stewart, δεν είχε καν μπαριέρες. Η δαιδαλώδης διαδρομή περιλάμβανε όχι δύο, αλλά 20 σημεία απογείωσης στον αέρα, ενώ οι περισσότερες στροφές, κρυμμένες πίσω από θάμνους και δέντρα, ήταν εντελώς τυφλές. Τα έλατα, που έβλεπαν οι πιλότοι να προεξέχουν στα δεξιά και στα αριστερά του δρόμου, δεν ήταν δέντρα: ήταν οι κορφές θεόρατων ελάτων που ξεπρόβαλλαν από τα βάθη της χαράδρας, σαν μαύρες λόγχες στραμμένες προς τον ουρανό. Ο Stewart κέρδισε την κούρσα του 1968 μέσα στην… ομίχλη (!) αφήνοντας τέσσερα λεπτά πίσω τον δεύτερο, διπλό παγκόσμιο πρωταθλητή Graham Hill. «Όποιος λέει πως δεν φοβάται το παλιό Nurburgring» είπε κάποτε ο Stewart, «είτε λέει ψέματα είτε δεν έχει πάει ποτέ γρήγορα εκεί».
2. Circuits Francorchamps (Grand Prix Βελγίου: 1925-1970)
Η παλιά, γνήσια πίστα του Spa-Francorchamps, μήκους 14.1 χλμ., οι οποία ένωνε κάποτε τρία χωριά (την αποκαλώ πάντα το «τρίγωνο του ατέρμονου δέους), διέσχιζε το μαγευτικό τοπίο του ένδοξου δάσους των Αρδεννών και υπήρξε η πιο φαντασμαγορική και συνάμα η πιο τρομακτική αρένα ταχύτητας στον κόσμο. Ήταν ακόμη πιο τρομακτική από το παλιό Nürburgring, αφού οι στροφές της περνούσαν μπροστά από τα μάτια του πιλότου σαν αστραπές, με τη διαδρομή να απαιτεί σχεδόν παντού ταχύτητα στα όρια. Εκεί η οδήγηση δεν ήταν απλώς τέχνη, ήταν ποίηση γραμμένη με θάρρος πάνω στην κόψη του φόβου. Αρκεί να πω ότι στροφές όπως η Burnenville και η Masta Kink, κάνουν τη σημερινή Eau Rouge να μοιάζει, συγκριτικά, με τσουλήθρα της παιδικής χαράς.
1. Autodromo Nazionale di Monza (Grand Prix Ιταλίας: 1922-1961)
Η γνήσια πίστα της Monza -πριν ακόμη τα chicanes βεβηλώσουν τον ιερό της χαρακτήρα- μήκους 10 χλμ., συνδύαζε στη γνωστή πια διαδρομή της μια οβάλ αρένα με δύο τεράστιες, κεκλιμένες στροφές των 38 μοιρών, που έβαζαν τους πιλότους σχεδόν σε ορθή γωνία με το έδαφος. Και γύρω της, μια ηλεκτρισμένη θάλασσα από tifosi, που μετέτρεπε κάθε Grand Prix σε τελετουργία ταχύτητας. Από τον Bordino και τον Nuvolari, μέχρι τους Fangio, Clark, Lauda, Villeneuve, Senna, Prost και Schumacher, όλοι οι θρύλοι του τελευταίου αιώνα πέρασαν από εδώ, αφήνοντας το αποτύπωμά τους σε αυτόν τον ιερό τόπο των αγώνων: Τον «Ναό της Ταχύτητας». Οι μάχες στο κενό αέρος γεννούσαν πάντα επικές μονομαχίες. Το ρεκόρ των 42 αλλαγών στην πρωτοπορία παραμένει μέχρι σήμερα χαραγμένο στο Ιταλικό Grand Prix του 1965 -που δεν περιλάμβανε την οβάλ αρένα- σε μια αλησμόνητη μάχη όπου η πρώτη θέση άλλαζε χέρια σχεδόν σε κάθε στροφή. Κι όλα αυτά χωρίς DRS, χωρίς κινούμενες πτέρυγες, χωρίς ανεφοδιασμούς και χωρίς ηλεκτρονικά βοηθήματα.
Η Formula 1 προχωρά. Οι παλιές πίστες, όμως, δεν την ακολουθούν. Την στοιχειώνουν._Δημήτρης Γιόκκας
Περισσότερα στο βιβλίο μου «Ύμνος στην Ταχύτητα»