Η κατάρα της καρό σημαίας – το άλυτο μυστήριο των Bettenhausen
Formula 1
Η κατάρα της καρό σημαίας – το άλυτο μυστήριο των Bettenhausen
Formula 1Ενόψει της 110ης έκδοσης του Indy 500 αυτή την Κυριακή, ο Δημήτρης Γιόκκας αφηγείται την ιστορία των Bettenhausen, μιας οικογένειας που στάθηκε ανυπεράσπιστη στο έλεος της μοίρας, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στη μνήμη.
Ο βαθιά προσηλωμένος άντρας παραμένει, όπως πάντα, στην πίστα μέχρι αργά το βράδυ. Μέχρι να σβήσει και το τελευταίο φως και να απλωθεί η νύχτα παντού. Είτε έχει κερδίσει τον αγώνα είτε έχει χάσει, δεν αποχωρεί ποτέ πριν εμφανιστεί και ο τελευταίος θαυμαστής που περιμένει ένα αυτόγραφο από το χέρι του. Από το χέρι ενός ανθρώπου που επέζησε τον πόλεμο, που δεν γνωρίζει φόβο απέναντι στον θάνατο, και που κουβαλά μέσα του την ιστορία προγόνων οι οποίοι έφτασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες από τη Γερμανία, αναζητώντας το δικό τους όνειρο.
Την επόμενη μέρα, ο Tony Bettenhausen επιστρέφει στην αγαπημένη του Indianapolis. Παρότι έχει κερδίσει σχεδόν κάθε αγώνα στην καριέρα του, μαζί και δύο τίτλους των IndyCar, τίποτε από αυτά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για τον ίδιο. Κι αυτό γιατί δεν έχει κατακτήσει ακόμη το Indy 500. Ποτέ δεν έχει πάψει να ελπίζει πως μια μέρα θα το κάνει. Γι’ αυτό ζει, γι’ αυτό αναπνέει. Δεν είναι στόχος, δεν είναι πόθος, δεν είναι όνειρο σαν αυτό των προγόνων του. Δεν είναι καν προσδοκία. Είναι εμμονή.
Προτού όμως στρέψει το στόχαστρό του στην φετινή κούρσα, αυτήν της 30ης Μαΐου του 1961, έχει πρώτα να εκπληρώσει μια υποχρέωση: να βοηθήσει τον παλιόφιλό του Paul Rousso -τον άνθρωπο με τον οποίο μοιράστηκαν τη δεύτερη θέση στον αγώνα του 1955- να ρυθμίσει το μονοθέσιό του. Του έχει δώσει τον λόγο του και αυτός ο λόγος δεν είναι απλώς μια υπόσχεση, αλλά κάτι πιο βαρύ: ένας δεσμός αδελφικός, ιερός, όπως τον όριζαν τότε οι άντρες της πίστας.
Καθώς πιλοτάρει τη μηχανή του Paul, ο Tony σκέφτεται πόσο άδικο υπήρξε μέχρι τώρα μαζί του το Indy. Δεκατέσσερις φορές προσπάθησε να το κερδίσει, να στεφανωθεί επιτέλους με τις δάφνες της νίκης, να δει κι αυτός το πρόσωπό του να χαράζεται στο βαρύτιμο τρόπαιο Borg-Warner, εκεί όπου κάθε χρόνο αποτυπώνεται η μορφή του νικητή.
Το 1954 κατάφερε να τραβήξει το κεφάλι του μέσα από τα σουβλερά δόντια του χάροντα, με τα σημάδια που αφήσαν πάνω σ’ αυτό -εκείνες τις βαριές κρανιακές κακώσεις- να μην τον αποτρέπουν από το να επιστρέψει πίσω στο Indy.
Τώρα όμως, η στιγμή δεν αφήνει περιθώριο για δεύτερη σκέψη.
Ο μπροστινός άξονας του αυτοκινήτου που πιλοτάρει σπάει και ο Tony χάνει κάθε έλεγχο. Το μονοθέσιο εκτοξεύεται εκτός γραμμής, προσκρούει με σφοδρότητα στον εξωτερικό τοίχο της πίστας και στη συνέχεια σύρεται για εκατό μέτρα κατά μήκος του προστατευτικού κιγκλιδώματος, αφήνοντας πίσω του μόνο μέταλλο που ουρλιάζει.
Όταν τελικά σταματά, η σιγή είναι πιο βαριά κι από τον θόρυβο της σύγκρουσης. Η ουρά του μονοθεσίου τυλίγεται στις φλόγες και ο χρόνος μοιάζει να μένει για λίγο ακίνητος, σαν να αρνείται να προχωρήσει στην επόμενη ανάσα. O Tony δεν ανταποκρίνεται. Και μέσα σε εκείνη τη φωτιά που ανεβαίνει αργά προς τον ουρανό της Indianapolis, η ιστορία του βρίσκει το τέλος της.
Ο ίδιος αφήνει πίσω γυναίκα, μια κόρη και τρεις γιους.
Οι τρεις γιοι του, ο Gary, ο Merle και ο Tony (ο νεότερος – ο Tony Junior), δεν έχουν άλλη επιλογή. Πρέπει να συνεχίσουν το όνειρο που ο πατέρας άφησε στη μέση. Να συνεχίσουν την παρακαταθήκη.
Τα τρία αδέλφια πρέπει οπωσδήποτε να κερδίσουν το Indy 500. Δεν υπάρχει κανένα βαθύτερο νόημα στη δική τους ζωή -ούτε κατάκτηση του διαστήματος, ούτε αναζήτηση της αθανασίας, ούτε η προσπάθεια να αλλάξει ο κόσμος όπως τον ξέρουν οι άνθρωποι.
«Θα κερδίσουμε το πρώτο μας Indy για τον πατέρα», αναφωνεί ο Merle Bettenhausen, «και τα υπόλοιπα που θα έρθουν, για τους εαυτούς μας», συμπληρώνει.
O Gary, ο μεγαλύτερος γιος, προηγείται στο Indy 500 του 1972, έχοντας τη νίκη στην τσέπη του. Ύστερα από 138 γύρους στην κορυφή του αγώνα, νιώθει επιτέλους πως η στιγμή της δικαίωσης έχει φτάσει. Και τότε, η μοίρα των Bettenhausen χτυπά -ύπουλα και αδυσώπητα- αφού ο κινητήρας της βολίδας του εκρήγνυται, 24 πικρούς γύρους πριν φανεί η καρό σημαία.
Ο μεσαίος αδελφός, Merle, που χτυπά στον τοίχο στα προκριματικά και αποκλείεται, προσπαθεί στον επόμενο αγώνα, στην οβάλ πίστα του Michigan, να ανυψώσει το ηθικό της οικογένειας, ωστόσο, εκείνο που τον περιμένει είναι ένα δεύτερο ατύχημα. Το αυτοκίνητό του τυλίγεται στις φλόγες και ο Merle προσπαθεί να βγει από αυτό ενώ εξακολουθεί να κινείται. Το δεξί του χέρι παγιδεύεται ανάμεσα στο μονοθέσιο και τον τοίχο και αποκόπτεται.
Ο ίδιος δεν τα βάζει όμως κάτω. Ζητά από τους γιατρούς να τοποθετήσουν ένα άγκιστρο στο προσθετικό του χέρι, ώστε να μπορεί να κρατά το τιμόνι και να συνεχίσει να αγωνίζεται στις πίστες. Κερδίζει την κούρσα στο Lakeside Speedway το 1973, αφήνοντας τους πάντες άφωνους. Για τον ίδιο, ωστόσο, η νίκη αυτή δεν σημαίνει τίποτα. Δεν είναι το Indy.
Την επόμενη κιόλας χρονιά, σειρά έχει ο Gary να γευτεί το μπετόν και τα σίδερα, ύστερα από ένα φριχτό ατύχημα που παραλύει το αριστερό του χέρι. Ο ίδιος μοιάζει με ερειπωμένο σώμα όταν οι κάμερες της τηλεόρασης μπουκάρουν στο δωμάτιο όπου νοσηλεύεται, ζητώντας μια κουβέντα από το δικό του στόμα. «Θα συνεχίσω» τους απαντά κοφτά.
Για τρεις μέρες ο ίδιος δεν μπορεί να κλείσει μάτι, καθώς συλλογιέται: «Θα πρέπει να υπάρχει ένας καλύτερος τρόπος για να βγάλω από εδώ και μπρος το ψωμί μου. Τι άλλο θα πρέπει πια να συμβεί σε αυτή την οικογένεια, για να συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος να ζήσει κανείς, πέρα από το να τρέχει στις πίστες;»
Κι όμως, όσο κι αν το προσπαθεί, το Indy επιστρέφει ξανά και ξανά στη σκέψη του.
Ο Tony, o μικρότερος αδελφός, τερματίζει έβδομος στον αγώνα του 1981 και παρά τις δικές του αλλεπάλληλες προσπάθειες να κερδίσει τον μεγάλο αγώνα, δεν καταφέρνει ποτέ να το κάνει.
Οι Bettenhausen αρχίζουν σιγά-σιγά να συνειδητοποιούν πως οι αγώνες δεν κερδίζονται πια με την τόλμη, με το πείσμα και με την ψυχή, αλλά μόνο με τα κατάλληλα εργαλεία ταχύτητας, που οι ίδιοι δυστυχώς δεν διαθέτουν. Η αποτυχία τους δεν φέρνει πικράδα και απογοήτευση. Φέρνει μόνο πόνο στο κατώφλι του σπιτικού τους.
Ο Gary, όμως, δεν τα παρατά. Ξεκινά το Indy 500 του 1980 από την 32η και προτελευταία θέση. Το πείσμα, η τόλμη και η ψυχή που βάζει του επιτρέπουν -σαν πέφτει η καρό σημαία- να σκαρφαλώσει μόνο μέχρι την τρίτη θέση. Παρόλο που δεν το γνωρίζει, αυτό που μόλις έχει πετύχει θα είναι το καλύτερό του αποτέλεσμα στο Indy.
«Το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή του πατέρα μας ήταν το Indy 500. Ζούσε για αυτό και πέθανε στην προσπάθειά του να το κερδίσει», αναφέρει γεμάτος συγκίνηση ο Gary. «Έχω κληρονομήσει αυτή την πληγή και το Indy έχει γίνει η δική μου ψύχωση. Δώσαμε τόσα πολλά με τα αδέλφια μου όλα αυτά τα χρόνια. Είμαι σχεδόν 50 και είναι πολύ αργά τώρα πια για να τα παρατήσω. Συνειδητοποιώ όμως πως ξεμένουμε από χρόνο, πως οι δείκτες του ρολογιού δεν συγχωρούν. Υπάρχει μόνο ο Tony και μετά τέλος. Ο ίδιος δεν έχει αγόρια για να συνεχίσουν την παράδοση και οι δικοί μου τρεις γιοι δεν ασχολούνται με τους αγώνες». Καθώς το λέει αυτό, τα μάτια του Gary βουρκώνουν.
Ο ίδιος καταφέρνει, σε ηλικία 49 ετών, να γράψει τον ταχύτερο χρόνο στα προκριματικά της κούρσας του 1991, συνεχίζοντας να κυνηγά το φάντασμα του πατέρα του ανάμεσα στους τοίχους της Indianapolis μέχρι τα 52 του χρόνια.
Οι τρεις γιοι του Tony Bettenhausen συμμετέχουν συνολικά σε 32 Indy 500 μεταξύ 1968 και 1993, οι δάφνες της νίκης όμως δεν φτάνουν ποτέ να στεφανώσουν τα κεφάλια τους. Πάντα κοντά, μα ποτέ αρκετά, σαν να τις αγγίζουν και να διαλύονται πριν γίνουν δικές τους. Η μοίρα, σε αυτό το οικογενειακό έπος της πίστας, δεν δείχνει απλώς σκληρή, μοιάζει απάνθρωπα αχάριστη.
«Έχει δύσει πια ο ήλιος για εμάς», καταλήγει ο Gary και καθώς βάζει το χέρι στο πρόσωπο για να καλύψει τα μάτια του, ξεσπά σε αναφιλητά.
Ο Tony Jr., που κατάφερε να φτιάξει τη δική του ομάδα, σκοτώνεται το 2000 μαζί με τη γυναίκα του, ύστερα από πτώση του αεροπλάνου τους ενώ πετούσαν προς την Indianapolis, o Gary φεύγει απ’ αυτόν τον κόσμο το 2014, ενώ ο Merle Bettenhausen χάνεται τον Απρίλιο του 2026 -μόλις τον περασμένο μήνα- σε ηλικία 82 ετών.
Ποιος ξέρει άραγε τι να συμβαίνει εκεί ψηλά… Ίσως κάπου πέρα από τα σύννεφα, με τον Tony να στήνει ξανά το μονοθέσιο και τα δύο του αδέλφια να κρατούν, ο καθένας με το καλό του χέρι, το τιμόνι, οι τρεις τους να βλέπουν επιτέλους την καρό σημαία να ανεμίζει στα χέρια του πατέρα τους -που στέκει νικητής και τους περιμένει στην άκρη του τερματισμού._Δημήτρης Γιόκκας
Περισσότερα στο βιβλίο μου «Ύμνος στην Ταχύτητα» 2020